ΑΡΘΡΑ
΄Αρθρα του Γιάννη Γιώσα, Βελλαϊτη Εκπαιδευτικού και συγγραφέα
6. Από τον κορονοϊό στον παρανοϊό
7. Φωνή λαού
8. Λογοτεχνικοί θησαυροί στην εκκλησιαστική υμνογραφία
9. Μεγάλα προβλήματα, μικροί ηγέτες
10. «Ότε τα ζώα φωνήεντα ην...»
12. Διάρρηξη σιωπής: Γλωσσικός κορωνοϊός
14. Η Μεγάλη Εβδομάδα...
15.«Στον άλλο κόσμο που θα πας...»
17. «Αμβροσιάδα» και θρησκευτικός μεσαιωνισμός
18. Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς : ¨Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.¨
19.Ο κυρ Αλέξανδρος των Χριστουγέννων
Επίκαιρα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ, όπως δημοσιεύτηκαν στις εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΠΡΩΙΝΟ ΛΟΓΟ στις οποίες με Επιφυλλίδες και Χρονογραφήματα εδώ και πολλά χρόνια αρθρογραφεί.
-------------------------
΄Αρθρα του Γεωργίου Τσούκα, Βελλαϊτη Εκπαιδευτικού.
1. Το χρέος των Ονείρων μας...
10.Ο δάσκαλος ενός «άλλου» καιρού…
11.Καθώς ο σχολικός χρόνος αρχίζει...
----------------------------
΄Αρθρα του Βελλαϊτη Οικονομολόγου Προκόπη Φούσα
3. Βαλκανικοί πόλεμοι - Απελευθέρωση Ιωαννίνων
4. Δέκα λόγοι που πέτυχε η Ελληνική Επανάσταση
---------------
1. Στο Βελλαϊτη Δάσκαλο, άρθρο του Αντώνη Παυλίδη,Σχολικού Συμβούλου Π.Ε.
2. Κάτι σαν όνειρο κάτι σαν παραμύθι, άρθρο του Παύλου Οικονόμου,Βελλαϊτη δασκάλου
3. Θεόδωρος Γεωργούλης άρθρο του Παύλου Οικονόμου,Βελλαϊτη δασκάλου
4 . Αγία Παρασκευή, η ζωή και το έργο της άρθρο του Βασίλη Οικονόμου, Βελλαϊτη δασκάλου
5.Η αναγνωστική ικανότητα και τ αναγνωστικά ενδιαφέροντα των παιδιών κάθε ηλικίας.Άρθρο της Βασιλικής Παρρά,Σχολικού Συμβούλου Π.Ε.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ Βασιλείου Σφυρόερα, Καθ. Βελλάς και Πανεπιστημίου Αθηνών
ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ του Γιάννη Παπαδάτου,Σχ.Συμβούλου Π.Ε.
ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΙ ΠΟΡΕΥῌ;Στέφανος Κωλέττας


ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΙ ΠΟΡΕΥῌ;
(Ένα κείμενο που ακολουθεί την εξελικτική πορεία της Γλώσσας μας).
Με το παρόν δημοσίευμα θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε, με κάθε δυνατή συντομία, ότι η Ελληνική Γλώσσα έχει μία συνεχή παρουσία πολλών χιλιετιών, με διακριτό γνώρισμά της την αέναη εξέλιξή της και την προσαρμογή της σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Θα παραθέσουμε μερικά από τα πλεονεκτήματά της και θα καταδείξουμε τη διαχρονική της αξία, σε μια οφειλόμενη προσπάθεια άμυνας απέναντι στην απανταχού διαφαινόμενη και ταχύτατα επερχόμενη άλωσή της, προπάντων από εμάς τους Έλληνες. Αρχίζουμε το δημοσίευμα γράφοντας στην «καθιερωμένη» σήμερα Ελληνική Γλώσσα και προοδευτικά θα φθάσουμε στη γλώσσα των αρχαίων συγγραμμάτων και των Ομηρικών Επών, ομαλά και αβίαστα και όσο οι δυνάμεις και οι γνώσεις μας το επιτρέπουν, όπως περίπου αυτή εξελίχτηκε διαμέσου των αιώνων, αλλά με αντίστροφη πορεία, δηλαδή από το σήμερα προς το απώτερο παρελθόν.
Ισχυρίζονται κάποιοι, ότι η σύγχρονη γλώσσα μας δεν έχει σχέση με αυτή των προγόνων μας και ότι η αρχαία μας γλώσσα είναι πλέον «νεκρή». Εμείς φυσικά έχουμε αντίθετη άποψη και αυτή θα επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε· ότι δηλαδή η Ελληνική Γλώσσα είναι μία, αλλά, ως εξελισσόμενη συνεχώς, προσαρμόζει σε κάθε εποχή τα δομικά της στοιχεία στην εκφορά, στη γραμματική και στη σύνταξη, χωρίς διόλου να χάνει το κυρίως λεκτικό της υπόβαθρο, εάν βέβαια αφαιρέσουμε τις κατά καιρούς πολιτογραφηθείσες ξενόφερτες λέξεις, από τους λεξικογράφους εκείνους, οι οποίοι έσπευσαν να τις καθιερώσουν στα λεξικά τους, ωσάν η Ελληνική Γλώσσα να υπολειπόταν του αντίστοιχου λεκτικού τύπου απόδοσής τους.
«Τή γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν Ἑλληνική ... στίς ἀμμουδιές τοῦ Ὁμήρου» έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης και «μήγαρις ἔχω ἄλλο στόν νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα» ο Διονύσιος Σολωμός, ενώ ο πανεπιστήμονας Αριστοτέλης έδωσε τον ορισμό της γλώσσας με 7 μονάχα λέξεις: «Γλῶσσα δέ ὅπως σημαίνῃ τίς ἑτέρῳ τί», δηλαδή γλώσσα είναι αυτή με την οποία μπορεί κάποιος να σηματοδοτεί κάτι σε κάποιον άλλον, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο άλλος να καταλαβαίνει ακριβώς αυτό που του λέει. Με άλλα λόγια η γλώσσα στην έκφραση του λόγου μας χρειάζεται σαφήνεια, ενάργεια και πληρότητα, προκειμένου να μεταδώσουμε στους άλλους επακριβώς αυτό που θέλουμε να τους πούμε.
Το ακαταμάχητο τεκμήριο των τριών χιλιετηρίδων ύπαρξης των Ομηρικών Επών, σε μια τέλεια και πληρέστατη Ελληνική Γλώσσα, οδηγεί αφ’ εαυτού στο επίσης ακαταμάχητο συμπέρασμα, ότι η γλώσσα αυτή δεν επινοήθηκε αυτομάτως σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά ήταν άρτια επεξεργασμένο διανοητικό προϊόν της ίδιας προϋπάρχουσας γλώσσας, άγνωστο προ πόσων ακόμη αιώνων ή και χιλιετηρίδων. Η δε σταδιακή διαφορετικότητα παράθεσης-έκφρασης αυτής, στα μεταγενέστερα του Ομήρου συγγράμματα, καταδεικνύει την ικανότητα της συνεχούς εξελικτικής διαδρομής της και της απρόσκοπτης προσαρμογής της σε όλες τις μετέπειτα περιόδους.
Τά περί τῆς λεγόμενης «Ἰνδοευρωπαϊκῆς ὁμοεθνίας» καί «Ἰνδοευρωπαϊκῆς ὁμογλωσσίας» εἶναι, κατά τή γνώμη μας, θεωρίες ὑποθετικές, χωρίς κανένα ἀπολύτως ἱστορικό, φιλολογικό ἤ ἀρχαιολογικό ἔρεισμα. Εἶναι θεωρίες ἐπίπλαστες κάποιων Ἀγγλο-Γερμανῶν εὐφάνταστων διανοούμενων, οἱ ὁποῖοι πρόδηλα ἀποσκοποῦσαν στό νά κατασκευάσουν κάποιο «ἔνδοξο παρελθόν» γιά τίς πατρίδες τους. Ποιοί ἦταν, τέλος πάντων, αὐτοί οἱ «Ἰνδοευρωπαῖοι», πού συζοῦσαν καί μιλοῦσαν ἀρχικά τήν ἴδια γλῶσσα, ὅταν οἱ Ἰνδίες ἀπέχουν σταδίους καί παρασάγγας ἀναρίθμητες ἀπό τίς βορειοευρωπαϊκές αὐτές χῶρες; Ποιοί ἦταν αὐτοί οἱ ὁποῖοι δέν μᾶς ἄφησαν κανένα ἀπολύτως σημάδι, ὄχι μόνο γιά τή συμπόρευσή τους αὐτή, ἀλλά οὔτε καί γιά τήν ὕπαρξή τους. Εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ τήν ἕτερη μυθοπλασία, περί τῆς δῆθεν καταγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου ἀπό τό Φοινικό ἤ ἀκόμη καί τοῦ δῆθεν σφετερισμοῦ του ἀπό τούς Ἕλληνες. Μόνο πού οἱ Φοίνικες ξέχασαν νά μᾶς ἀφήσουν συγγράμματα καί πραγματεῖες, ἱστορίες, ποίηση, δράματα, φιλοσοφία, καί χίλια δυό ἄλλα γραπτά μνημεῖα, μέ τά ὁποῖα οἱ Ἕλληνες καταπλημμύρισαν τόν κόσμο ὁλόκληρον! Ὅλοι οἱ λαοί, πού εἶχαν ὁποιασδήποτε μορφῆς ἀλφάβητο, μᾶς ἄφησαν γραπτά τεκμήρια στή γλῶσσα πού χρησιμοποιοῦσαν καί τό σεβόμαστε αὐτό ἀπολύτως. Οἱ Φοίνικες ὅμως, μέ τό ὑποτιθέμενο προγενέστερο ἀλφάβητο, τί μᾶς ἄφησαν;
Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, μέ τόν ἀπίθανο λεκτικό πλοῦτό της καί τό ἀνεξάντλητο ἀναπαραγωγικό καί συνθετικό δυναμικό της, εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς αὐτάρκης σέ κάθε περίπτωση μέ πλεῖστα ὅσα πλεονεκτήματα, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά τήν χρησιμοποιοῦμε σωστά κάθε φορά, εἴτε πρόκειται γιά αρχαία εἴτε γιά καθαρεύουσα εἴτε γιά δημοτική γλῶσσα. Ἄλλωστε τό ἀτελεύτητο λεκτικό, παραγωγικό καί συνθετικό της ὑπόβαθρο δέν διαφέρει καί πολύ μεταξύ ἑνός ἀρχαίου κι ἑνός σύγχρονου κειμένου.
Μερικά παραδείγματα θά μᾶς πείσουν περί αὐτοῦ:
Παραθέτουμε ἕνα μικρό ἀπόσπασμα ἀπό τό γνωστό προοίμιο τῆς Ὀδύσσειας, δηλαδή ἕνα ἀπό τά ἀρχαιότερα ἑλληνικά κείμενα, προκειμένου νά ἐντοπίσουμε μία πρός μία τίς Ὁμηρικές λέξεις του καί νά διαπιστώσουμε πόσες ἀπό αὐτές τίς χρησιμοποιοῦμε καί σήμερα.
«Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὅς μάλα πολλά/ πλάγχθη ἐπεί Τροίης ἱερόν πτολίεθρον ἔπερσεν·/ πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καί νόον ἔγνω,/ πολλά δ’ ὁ γ’ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὅν κατά θυμόν,/ ἀρνύμενος ἥν τε ψυχήν καί νόστον ἑταίρων…»
Ὅλες οἱ λέξεις τοῦ κειμένου εἶναι 26 (χωρίς ἄρθρα, συνδέσμους, προθέσεις καί μόρια), ἀπό τίς ὁποῖες μονάχα τίς 4 δέν χρησιμοποιοῦμε σήμερα, δηλαδή τίς λέξεις «ἔννεπε», «πλάγχθη», «πτολίεθρον» καί «ἔπερσεν». Οἱ 17 εἶναι γνωστές σχεδόν σέ ὅλους μας (ἄνδρας, μοῦσα, πολύτροπος, μάλα, πολλά, Τροία, ἱερόν, πολλῶν, ἀνθρώπων, πόντος, ἔπαθε, ἄλγος, θυμός, ψυχή, νόστος, ἑταῖρος, καί οἱ 5 υπόλοιπες ἴδεν, ἄστεα, νόος, ἔγνω, ἀρνύμενος, σχεδόν γνωστές, ἀλλά γίνονται εὔκολα πιό γνωστές ἐάν τίς παρατηρήσουμε μέ περισσότερη προσοχή.
Παραθέτουμε ἕνα ἀκόμη ἀπόσπασμα τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς ἀπό τόν Ἀριστοτέλη:
«Καί γάρ οὗτος ὁ κατακλυσμός περί τόν ἑλληνικόν ἐγένετο τόπον μάλιστα, καί τούτου περί τήν Ἑλλάδα τήν ἀρχαίαν. Αὕτη δ’ ἐστίν ἡ περί Δωδώνην καί τόν Ἀχελῶον. Οὗτος πολλαχοῦ τό ῥεῦμα μεταβέβληκε. ᾪκουν γάρ οἱ Σελλοί ἐνταῦθα καί οἱ καλούμενοι τότε μέν Γραικοί νῦν δέ Ἕλληνες».
Ἐκ τοῦ συνόλου τῶν 46 λέξεων μόνον 3-4 δέν χρησιμοποιοῦμεν σήμερον μέ τήν μορφήν καθ’ ἥν ἐμφανίζονται εἰς τό κείμενον, χωρίς αὐτό νά σημαίνῃ ότι τάς ἀγνοοῦμεν καί παντελῶς. Οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν τάς γνωρίζομεν καί αὐτάς.
Ὑπάρχει εἰσέτι ἕν πλῆθος λέξεων, τάς ὁποίας θεωροῦμεν ὡς ἀγνώστους, ἐπειδή δέν τάς χρησιμοποιοῦμεν εἰς τήν ἁπλῆν των μορφήν. Καί ὅμως καθίστανται γνωσταί, ἐάν τάς ἀναζητήσωμεν ἐντός τῆς συνθέσεως τοῦ λόγου μας. Ἐπί παραδείγματι, ἀγνοοῦμεν καί δέν χρησιμοποιοῦμεν σήμερον τό ρῆμα «ἄγω» οὔτε τό «βιβάζω». Ἅπαντες ὅμως γνωρίζομεν τάς λέξεις «παράγω-παραγωγή, προάγω-προαγωγή, διαγωγή» καθώς καί τάς λέξεις «μεταβιβάζω, συμβιβάζω, ἀποβιβάζω, προβιβάζω, διαβιβαστής» κ.ἄ. Ἐπίσης σπανίως πλέον ἐκφέρομεν λ.χ. τάς λέξεις ἵππος, ἄρτος, ἄχθος, πέδη, ἀρά, ὀφθαλμός κ.ἄ. Χρησιμοποιοῦμεν ὅμως ἐν τῇ συνθέσει τάς λέξεις «ἱππόδρομος», «ἀρτοποιός», «ἀχθοφόρος», «χειροπέδες», «κατάρα», «ὀφθαλμίατρος».
Ἀναζητήσατε λοιπόν μέσα εἰς τήν σύνθεσιν πλείστας ὅσας τοιαύτας λέξεις, προκειμένου νά διαπιστώσητε ἰδίοις ὄμμασιν, ὅτι γνωρίζετε πολύ περισσοτέρας ἑλληνικάς λέξεις ἐξ ὅσων ἄχρι τοῦδε ἐνομίζατε. Ἀναζητήσατε ὡσαύτως συγχρόνους λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν παραμείνει ἀμετάβλητοι ἀπό τήν ἐποχήν τοῦ Ὁμήρου ἕως καί σήμερον, ὅπως «γάλα, λάχανα, σῶμα, στόμα, γλῶσσα, νοῦς, φῶς, θάλασσα, οὐρανός, σελήνη, ἄνθρωπος, ἱστορία, θεός, κόσμος, θυμός, χρόνος, νίκη, φίλος, κόρη, ἀδελφός», καί ἑτέρας εἰς χιλιάδας ἀνερχομένας. Εἰς λεξικόν τι τῆς ἀρχαίας ἀνατρέχοντες καί εἰς τυχοῦσαν αὐτοῦ σελίδαν, διαπιστοῦμεν εὐκόλως πόσας ἐκ τῶν λέξεων γνωρίζομεν καί πόσας ἀγνοοῦμεν.
Γλῶσσα τῶν γλωσσῶν ἡ καλλίστη, ἥτις ὑπό πάσης ποιητικότητος, ὀρθοεπείας καί καλλιεπείας, μέτρου καί ἁρμονίας διεπομένη, τά τῶν σοφῶν καί τῶν φιλοσόφων ὕψιστα τῆς τε διανοίας καί τοῦ στοχασμοῦ αὐτῶν κυήματα καί γεννήματα, μετά τοσαύτης περιγραφικῆς δυνάμεως ἀπετύπωσεν ἀπροσκόπτως καί ἐν πάσῃ πληρότητι, ὡς τά τοῦ Ὁμήρου θεσπέσια ἐπικά ἀριστουργήματα, τάς λεπτοτάτας τῶν ἐννοιῶν ἁπασῶν ἀποχρώσεις καί τάς κοσμολογικάς-ὀντολογικάς αὐτῶν διερευνήσεις καί διαπιστώσεις· γλῶσσα ἡ τήν ἐκκλησιαστικήν ὑμνολογίαν καί ῥητορείαν γῆθεν οὐρανοῖς, ἐν τῷ Μεσαίωνι, ἐξακτίνωσεν καί διέλαμψεν· γλῶσσα ἡ τῶν ἑτέρων γλωσσῶν τάς ὑπαρχούσας ἐλλείψεις κατά πάντα ἐπλήρωσεν καί δή τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν ἁπασῶν· ἔτι δέ καί τῆς ἀστρονομίας καί τάς τῶν οὐρανίων σωμάτων καί τῶν ἀστερισμῶν τάς ὀνομασίας ἐλληνικοῖς ἐκόσμησεν ὀνόμασιν· γλῶσσα ἡ τούς ποιητάς καί τούς λογοτέχνας ἀδιαλείπτως καί ἀστειρεύτως ἐμπνέουσα· γλῶσσα ἥν καί θεοί ταύτην λαλοῦσιν, κατά τήν τοῦ Κικέρωνος ῥῆσιν καί Μοῦσαι Ἑλικωνιάδες ταύτην φαιδρύνουσι καί Χάριτες τερπόμεναι ᾄδουσι· γλῶσσα τῶν ἁπασῶν γλωσσῶν ἡ ἀρίστη, εὐλαλουμένη καί τελειοτάτη, οὐδέποτε φθίνουσα ἀλλ’ ἀενάως ἀναπαραγομένη καί ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς πρωτογενῶν λημμάτων ἀναγεννωμένη καί ἀείποτε ἐναρμονίως καί συμμέτρως ἠχοῦσα, εἴπερ ἡμεῖς ὀρθῶς τήν χρῆσιν αὐτῆς ποιούμεθα· γλῶσσα ἡ τό διά τῆς ἐννοίας μιᾶς ἑκάστης λέξεως σημαῖνον μετά τοῦ ὑπ’ αὐτῆς σημαινομένου ταυτοποιεῖ.
Πλεῖστοι ὅσοι δ' ἐξ ἡμῶν, Ἕλληνες ὄντες γένει, φωνῇ τε, ἔθει, ἱστορίᾳ, αὐτόχειρες γλωσσοκτόνοι γιγνόμεθα, μήτε αἰδοῦς καὶ ὕβρεως μέτρον εἰδότες, μήτε Θέμιδος ὄπιν καὶ Νεμέσεως ὀργήν, μηδὲ Δίκης κρίσιν δεδιότες. Ὁσημέραι δὲ, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, πάνυ ἀβασανίστως, ὑπὸ μαλθακότητος τὸ παράπαν διακατεχόμενοι καὶ ἐν μακαριότητι ἐπὶ τὰς τῶν ἀνακλίντρων ἀγανὰς στρωμνὰς βαυκαλιζόμενοι, εἰς τὰ τῶν καθ’ ἑκάστην πλεῖστα ὅσα ἀκροάματα καὶ θεάματα ὑπὸ τινων τηλεοπτικῶν διαύλων πολλάκις ἐκπεμπομένων σκυβάλων ἐνδιατρίβομεν καὶ εἰς ταῦτα ἀκρίτως ἐπαφιέμεθα.
Καὶ γὰρ ἐν τῇ τηλεοράσει πᾶν τι μᾶλλον τὸ εὔηθές τε καὶ εὐτελές καὶ φαυλεπίφαυλόν τε καὶ οὐτιδανὸν ἱκανόν ἐστιν τὰς συμπάσας ἡμῶν ἀνάγκας πληρῶσαι. Ἔτι δὲ καὶ ἡ τῆς γλώττης ἡμῶν ἅλωσις ὑπὸ τινων τῶν «τηλεπαρουσιαστριῶν» ἤ «τηλεαστέρων» καλουμένων, εὐηθοσπερομολογουσῶν καὶ ἀκριτομυθουσῶν, παντὸς μᾶλλον μαλθακότητα καὶ γέλωτα παρὰ φύσιν ἐμποιουσῶν, μετὰ ὀφρύων τε βλεφάρων τε ὀμμάτων, παρειῶν τε καὶ χειλέων χρωστῆρι κεχρισμένων ἄγαν, μηρῶν δὲ καὶ γλουτῶν ἐν ἀφθονίᾳ καὶ μὴ μέτρον γυναικείων ἀποκρύφων γιγνωσκουσῶν, εἰς δημοσίαν θέαν τὸ παράπαν ἐκτιθέασιν, ἁμιλλώμεναι τίνα κρείττω τά πλείω τῶν γυμνῶν τοῖς θεωμένοις ἐπιδεῖξαι, ἐπὶ σκιμπόδων καὶ τριπόδων, δυσαρμόστων τοῖς σώμασι καὶ τοῖς ὀπισθἰοις αὐτῶν, πειρωμένων ἑρείδεσθαι καί εὐστάθειαν κτήσασθαι, εἰς ἀερολογίας καὶ βωμολοχίας καὶ ἀσυναρτησίας πολλάκις ἄνευ μέτρου καὶ ὁρίων ἐκτρέπονται. Οὐ μήν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνδρῶν οὐκ ὀλίγοι ἐπὶ ταὐτὰ συμπράττοντες καὶ συμπαρομαρτοῦντες γλῶτταν τὴν Ἑλληνίδα ἀφειδῶς σολοικισμῶν καὶ βαρβαρισμῶν τῶν καὶ «μαργαριταρίων» λεγομένων, (κοινῶς δὲ «κοτσανῶν» τὴν σήμερον ἀποκαλουμένων), πλήθουσαν ποιοῦσι καὶ ἀρκούντως «διακοσμοῦσιν».
Ἐν τῷ νυνὶ δὲ χρόνῳ ἐξέλιπεν ἐν πολλοῖς ἡ τῶν ἰδεωδῶν καὶ τῶν ἀξιῶν τῶν ἀρίστων εὐκοσμία, ἡ τῶν κρατούντων καὶ τῶν πολιτῶν εὐβουλία καὶ εὐπραξία· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ παιδεία ἡ πάτριος τῶν παιδευτηρίων πὺξ λὰξ ἀποβάλλεται καὶ γλῶττα ἀπερισκέπτως ἐκβεβαρβάρωται ἐν ἁλώσει καὶ ἀποσυνθέσει διατελοῦσα. Σπάνιόν τι κτῆμα ἑλληνικὰς ἐπιγραφὰς ἐπὶ τῶν τῆς ἀγορᾶς καταστημάτων καὶ εἰς τὰ καθ’ ἑκάστην ἀναρτώμενα τηλεοπτικά προγράμματα ἰδεῖν.
Ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐθῶν ἀλλοτριάζομεν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορίας ἡμῶν, χρόνου προϊόντος, ἄμοιροι καθιστάμεθα. Ταῦτα γὰρ πάντα βαρύς ὤλεσεν αἰὼν, ἡμεῖς δ’ αὐτοὶ, ὡσεὶ ἐπιλήσμονες καὶ ἀμνήμονες, κληροδοσίαν τὴν πατρῲαν ἀποποιούμεθα ἐν πολλοῖς ἐπὶ νεωτερισμῷ ἐκτρεπόμενοι καὶ ὑπ’ ὀλιγωρίας διακατεχόμενοι τὸ παράπαν. Δέδια δὲ μὴ φαυλεπίφαυλον καταστῶμεν γένος καὶ μὴ ταῦτα ἀρχὴ γένηται χαλεπωτέρας ἡμῶν εὐτελείας· κἀντεῦθεν ἀποπνιγόμεθα πάνυ χαλεπῶς ἐν τῷ πανταχόθεν διαφαινομένῳ καὶ θᾶττον ἐλαυνομένῳ πολυεθνικῷ κλύδωνι, εἰ μὴ τῶν ἀξιῶν τῶν ἀρίστων ὄλβον τε καὶ κλέος ἀνακτήσομεν ἐν φρονήσει πυκινῇ καὶ παιδείᾳ τῇ ἐξαρκούσῃ καὶ εἰ μὴ τὰ τε ἔθη τὴν τε γλῶτταν καὶ τὴν ἱστορίαν ἡμῶν εἰς τὸ ἀκέραιον διαφυλάξομεν.
Τοὺς δ’ ἐξ ἡμῶν αὐτῶν παιδείαν τὴν πάτριον ἀποποιουμένους καὶ τοὺς τῶν ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων ταύτην ἐκβάλλοντας, τοὺς τὴν Ἑλληνίδα Γλῶτταν δόλῳ καὶ κακοηθείᾳ τιτρώσκοντας καὶ κακοποιοῦντας καὶ ἐπιβουλεύοντας, τοὺς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν, σκοπῷ δολερῷ, παραποιοῦντας, τοὺς τὰ ἔθη ἀλλοτριάζοντας ἄγαν, τοὺς παντοίοις τρόποις ἐπιβουλὰς μηχανευομένους ἐπὶ τὰ χείρω καὶ πᾶν τι τὸ ἑλληνικὸν μοχθηρίᾳ ἀποστρεφομένους καὶ κακότητι φθείροντας, τοὺς τὸν κληροδοτηθέντα ἡμῖν πνευματικὸν φόρτον τε καὶ τέχνην καὶ σοφίαν καὶ τὰ τούτων ἐπιτεύγματα πιπράσκοντας καὶ πρὸς ἀφανισμὸν καὶ σφετερισμὸν αὐτῶν διαβουλευομένους καὶ διαπραγματευομένους, τούτους (καὶ ἑτέρους ἔτι δυναίμην ἄν ἔγωγε κατονομάσαι), μὴ Ἕλληνας, οἶμαι, καλεῖσθαι.
Μή μην οὖν ἐν τῷ κλυδωνίῳ τούτῳ εὐτελῶς τε καὶ ἀκλειῶς ἀπολοίμεθα, ἀλλ’ ἴωμεν δὴ μαχησόμενοι φωνῇ ὁμοθύμῳ περὶ γλῶτταν ἱμερτὴν, ἵνα καὶ ἐσσομένοισι ἀκεραίαν ταύτην καταλείψωμεν καὶ μὴ τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἀπράκτως λύσωμεν· καὶ δὴ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ χρεὸν ἐστι μὴ περὶ γλώττης ὀλιγωρεῖν, ἀλλὰ σκοπεῖν χρὴ περὶ τοῦ ὀπότερος ἡμῶν πλείονα ἀγαθὰ τὴν γλῶτταν ἐργάσεται.
Στέφανος Κωλέττας,
Εκπαιδευτικός-συγγραφέας
Η αναγνωστική ικανότητα και τ αναγνωστικά ενδιαφέροντα
των παιδιών κάθε ηλικίας
Άρθρο της Βασιλικής Παρρά,Σχολικού Συμβούλου Π.Ε.
΄
ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Αυτές τις μέρες όλα είναι αδύνατα. Προπάντων η τέχνη παντελώς ανίκανη να εκφράσει το γεγονός. Αλήθεια τι να γράψεις ; Πώς να το γράψεις; Όταν στο απόκοσμο κάλεσμα «Είναι κανείς μέσα στο τρένο;» η απάντηση ήταν η απόλυτη σιωπή, ο ήχος του θανάτου. Όταν ο θάνατος τελικά, για κάποιες περιπτώσεις, είναι ο ενορχηστρωτής του τυχαίου. Τα κορίτσια του 5ου βαγονιού πήγαν για μια στιγμή στο κυλικείο. Η κοπέλα του 3ου βαγονιού πήγε στο κυλικείο για να πάρει έναν καφέ. Όταν σχεδόν τα περισσότερα νέα παιδιά πήγαν για κάποιο λίγο χρόνο στο κυλικείο ή περνούσαν από το πρώτο βαγόνι. Όταν …όταν…. Όταν μανάδες και πατεράδες δεν έχουν το σώμα του παιδιού τους για να το κηδέψουν. Ή έχουν ένα ίχνος του. Η αρχαία τραγωδία ήθελε το σώμα του νεκρού για να αρχίσει το δράμα. Η Αντιγόνη πάσχιζε να πάρει το σώμα τού Πολυνείκη για να κηδέψει τον αδελφό της. Και το έκανε κρυφά. Όταν ακόμα το ποίημα του Κωστή Παλαμά για τον Άλκη, τον νεκρό γιο του, δεν μπορείς να το διαβάσεις, γιατί φαντάζει αταίριαστο. «Άφκιαστο και αστόλιστο του χάρου δεν σε δίνω…», έλεγε. Γιατί εδώ, είναι όλα μέγιστα και συνάμα αδύνατα. Πέρα και πάνω από τον ανθρώπινο πόνο. Είναι μια υπερτραγωδία. Ασύλληπτη να τη συλλάβει ο ανθρώπινος νους.
Αλλά η πραγματικότητα είναι εδώ και πρέπει να είμαστε αμείλικτοι. Κι όχι για να απαλύνουμε τον πόνο των συγγενών. Αυτός ποτέ δεν θα φύγει. Αλλά για να δικαιώσουμε τον Άνθρωπο και την ύπαρξή του.
Η κρατική ευθύνη για ό,τι συμβαίνει και πολύ περισσότερο για τέτοια τραγικά γεγονότα, είναι η μέγιστη και πάνω από όλες τις επιμέρους. Αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την ατομική, την ανθρώπινη. Και, βέβαια, κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα του λάθους. Όμως, αν η επίπτωση αυτού του λάθους αφορά στον εαυτό του, μόνο. Αν αφορά στη ζωή και άλλων, όμως; Διότι πρέπει να συνυπολογίσει τις ελλείψεις και να δρα με βάση αυτές. Αλλά, στην όποια ατομική αντιμετώπιση από τον νόμο θα είναι το μέγιστο του άδικου αν δεν αποδοθούν πολύ βαριές ποινές σε όσους ήταν οι πραγματικοί υπεύθυνοι για την τραγωδία. Αλλιώς, όλοι μας θα βαδίσουμε, δυστυχώς, με μεγάλη ταχύτητα για την επόμενη.
Γιάννης Παπαδάτος
ΣΧολ.Σύμβουλος Π.Ε.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ,
Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΥΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΒΟΥΛΤΣΟΣ (1927-1986)
Του Γεωργίου Μ.Βλέτσα
....Υπήρξε αχθοφόρος του ανθρώπινου πόνου, παρήγορος στις δοκιμασίες των ανθρώπων και αθόρυβος εργάτης του Ευαγγελίου. Ως Νέας Σμύρνης καθιέρωσε θεσμούς, δομές, ανέπτυξε δραστηριότητες, έκανε έργα και κράτησε ζωντανό το όραμα της Εκκλησίας.
συνεχίζεται ... Χρυσόστομος
Έφυγε ο “Καλός Σαμαρείτης” των Νοτίων Προαστίων
Την προηγούμενη εβδομάδα έφυγε από την ζωή ένας ενάρετος άνθρωπος και πλήρης ημερών ο Πατέρας Δημήτριος Νάτσης ,απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου Βελλάς το 1953 με καταγωγή απο το Μαυρονόρος Πωγωνίου...
περισσότερα ΕΔΩ



